ὑπερακοντίζω


ὑπερακοντίζω
ὑπερ-ακοντίζω, mit dem Spieße darüber wegwerfen, übertr., übertreffen, τινά τινι, einen worin

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπερακοντίζω — overshoot pres subj act 1st sg ὑπερακοντίζω overshoot pres ind act 1st sg ὑπερακοντίζω overshoot pres subj act 1st sg ὑπερακοντίζω overshoot pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερακοντίζω — ὑπερακοντίζω ΝΜΑ 1. ακοντίζω πέρα από τον στόχο, ρίχνω το ακόντιο μακρύτερα από τους άλλους 2. μτφ. υπερέχω, υπερτερώ, υπερβάλλω (α. «υπερακόντισε σε πολυλογία όλους τους συναδέλφους του ομιλητές» β. «αὐτὸν σε ὑπερηκόντισε τῇ ἀναιδείᾳ», Λουκιαν.… …   Dictionary of Greek

  • υπερακοντίζω — υπερακοντίζω, υπερακόντισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υπερακοντίζω — υπερακόντισα, υπερακοντίστηκα, υπερακοντισμένος 1. ρίχνω το ακόντιο πέρα από το στόχο, πέρα από το σκοπό. 2. μτφ., υπερβάλλω, υπερβαίνω, ξεπερνώ: Υπερακόντισε όλους σε γενναιότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπερακοντίσει — ὑπερακοντίζω overshoot aor subj act 3rd sg (epic) ὑπερακοντίζω overshoot fut ind mid 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot fut ind act 3rd sg ὑπερακοντίζω overshoot aor subj act 3rd sg (epic) ὑπερακοντίζω overshoot fut ind mid 2nd sg ὑπερακοντίζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίσῃ — ὑπερακοντίζω overshoot aor subj mid 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot aor subj act 3rd sg ὑπερακοντίζω overshoot fut ind mid 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot aor subj mid 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot aor subj act 3rd sg ὑπερακοντίζω overshoot fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίζει — ὑπερακοντίζω overshoot pres ind mp 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot pres ind act 3rd sg ὑπερακοντίζω overshoot pres ind mp 2nd sg ὑπερακοντίζω overshoot pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίζοντα — ὑπερακοντίζω overshoot pres part act neut nom/voc/acc pl ὑπερακοντίζω overshoot pres part act masc acc sg ὑπερακοντίζω overshoot pres part act neut nom/voc/acc pl ὑπερακοντίζω overshoot pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίζουσιν — ὑπερακοντίζω overshoot pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὑπερακοντίζω overshoot pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ὑπερακοντίζω overshoot pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὑπερακοντίζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίσαι — ὑπερακοντίζω overshoot aor inf act ὑπερακοντίσαῑ , ὑπερακοντίζω overshoot aor opt act 3rd sg ὑπερακοντίζω overshoot aor inf act ὑπερακοντίσαῑ , ὑπερακοντίζω overshoot aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερακοντίσαντα — ὑπερακοντίζω overshoot aor part act neut nom/voc/acc pl ὑπερακοντίζω overshoot aor part act masc acc sg ὑπερακοντίζω overshoot aor part act neut nom/voc/acc pl ὑπερακοντίζω overshoot aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.